Ελληνική αγένεια: 10 πράγματα που σε σκοτώνουν σ’ αυτήν την πόλη

Από κάποιο διεστραμμένο, συνωμοτικό τακτ δεν το λέμε ποτέ ανοιχτά. Δεν το λέμε κι από φόβο για το γιουρούσι που θα προκαλέσει η διαπίστωσή μας. Όμως, η αλήθεια είναι αυτή: είμαστε βαθειά, αμετανόητα αγενείς. Κανονικά γαϊδούρια. Ζέχνει η Αθήνα (κυριολεκτικώς), ζέχνει κι από αυτή τη νοοτροπία, το πιο βαρύ μας ελάττωμα, ένα κράμα αδιαφορίας, συνδρόμου ανωτερότητας, στιγμιαίας κακοήθειας, θράσους και (ψευτο)μαγκιάς.   Δεν έχει ηλικία αυτό το χάλι, δεν έχει γένος, δεν έχει καταγωγή, δεν έχει ώρα, μπορεί να έχει πτυχίο και λόγω κρίσης σηκώνει όποια αιτιολόγηση βρίσκεται πρόχειρη. Όμως, είναι ψέμα. Ήμασταν πάντα αγενείς, πάντα έτοιμοι για το χειρότερό μας, πάντα πρόθυμοι να δικαιώσουμε τον τίτλο και φυσικά αλίμονο σ’ όποιον μας το πει ανοιχτά. Στη χειρότερη περίπτωση θα τον γδάρουν στα σχόλια, στην καλύτερη θα του πουν ότι γενικεύει και βάζει τους πάντες στο ίδιο τσουβάλι. Μόνο που –ασχέτως των υπέροχων εξαιρέσεων- μιλάει για εμάς το κάθε μας βήμα σ’ αυτή την πόλη, οι αντιδράσεις μας σε ό,τι μας ξεβολεύει, ο τρόπος να κοινοποιούμε με στόμφο και υπερβολική αυτοπεποίθηση την παρουσία μας, αγνοώντας τα στοιχειώδη, τα απολύτως ανθρώπινα. Τα βλέπεις με μια γρήγορη ματιά στην πόλη από την ώρα που ξημερώνει, μέχρι το επόμενο ξημέρωμα. 

Να αγαπάς τους ανθρώπους που αγαπούν τη ζωή

Της Σιμόνης Ζαρκάδα


N’ αγαπάς ανθρώπους που κρύβουν μέσα τους το φως, ανθρώπους με ζεστό βλέμμα, που σε κάνει να αισθάνεσαι οικειότητα, με διεισδυτική ματιά, που μπορεί να διαβάσει κατευθείαν μέσα σου, με αληθινό χαμόγελο και παιχνιδιάρικο παιδικό βλέμμα, που δε ξέρεις ποτέ τι σκαρφίζεται.

N’ αγαπάς ανθρώπους ονειροπόλους, με εκείνη τη συνεχή αίσθηση του ανικανοποίητου στο βλέμμα τους σαν να ψάχνουν διαρκώς κάτι, ανθρώπους που συνεχίζουν να ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά παρά τα εμπόδια, γιατί έχουν καταλάβει ότι τα εμπόδια συνήθως τα κατασκευάζουμε εμείς, που δημιουργούν, που τολμούν, που δε φοβούνται να τσαλακωθούν ή να χαθούν και που προσπαθούν να βρουν κομμάτια του εαυτού τους μέσα στην τέχνη.

Το μυστικό για να μαθαίνεις οτιδήποτε: Η συμβουλή του Αϊνστάιν στον γιο του

Το 1915, σε ηλικία τριάντα έξι ετών, ο Αϊνστάιν ζούσε στο Βερολίνο, ενώ η εν διαστάσει σύζυγός του, Mileva, και οι δύο γιοι τους, Hans Albert Einstein και Eduard «Tete» Αϊνστάιν, ζούσαν στην Βιέννη.
Στις 4 Νοέμβρη του ίδιου έτους, έχοντας μόλις ολοκληρώσει το αριστούργημα των δύο σελίδων που θα τον καταξίωνε σε διεθνές επίπεδο, τη γενική θεωρία της σχετικότητας, ο Αϊνστάιν έστειλε στον 11χρονο Hans Albert την ακόλουθη επιστολή:

Έμαθες πια ότι είσαι ο κλόουν της ζωής.

Παρατηρώ τις κινήσεις σου.
Κοιτάζεις έξω απ’ το παράθυρό σου τις εικόνες που αλλάζουν συνεχώς. Κι όμως είναι ο ίδιος τόπος. Οι ίδιοι άνθρωποι που κατακλύζουν τους δρόμους. Τα ίδια παλάτια.
Σηκώνεις τα χέρια, όχι για να παραδοθείς στην δίνη των γεγονότων, αλλά για να αγγίξεις τις πόρτες, τα τζάμια, τους τοίχους, το ταβάνι κι αυτά όλο απομακρύνονται, χάνονται από μπροστά σου και βρίσκεσαι απροστάτευτος ανάμεσα στο άγριο πλήθος που σε κυνηγά και θέλει να σε κατασπαράξει.
Κι εσύ; Τι κάνεις;
Σκυθρωπός ανεβαίνεις τα σκαλοπάτια που σε οδηγούν στο χώρο της σιωπής. Οι λέξεις που βγαίνουν από τα χείλη σου θολώνουν την ψυχή σου. Βρίσκεσαι ανάμεσα στα χέρια εκείνων που σε οδηγούν στα αόρατα μονοπάτια της ζωής κι εσύ πρέπει να βρεις τον τρόπο να αγγίξεις τους τοίχους που βρίσκονται μπροστά σου κι ας μη φαίνονται πια.